Από τις βασικές δεσμεύσεις του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης ήταν η καθιέρωση κανόνων καλής νομοθέτησης, μέσα από διαδικασίες διαφάνειας, συμμετοχής και διαβούλευσης. Σκοπός ήταν και είναι να σταματήσει, επιτέλους, αυτή η πολυνομία, η οποία και τη γραφειοκρατία υποθάλπει και τη διαφθορά συντηρεί. Γιατί όταν οι ίδιοι οι υπάλληλοι έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με ασαφείς, αλληλοεπικαλυπτόμενες και αντιφατικές μεταξύ τους ρυθμίσεις, όταν οι αρμόδιοι δεν μπορούν να πουν με σιγουριά στον πολίτη τι ισχύει τελικά, είναι αυτονόητο ότι τα κάθε είδους συμφέροντα θα βρουν το παραθυράκι που θα τους επιτρέψει να κάνουν τη «δουλειά» τους, συνήθως με το αζημίωτο. Κι έτσι συντηρείται ένα κύκλωμα επίορκων υπαλλήλων και μεσαζόντων, το οποίο ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό τόσο για το πελατειακό κράτος όσο και για την τεράστια απώλεια δημοσίων εσόδων.
Και ειδικό Γραφείο Καλής Νομοθέτησης
Για την υλοποίηση των εξαγγελιών περί καλής νομοθέτησης συστήθηκε, μάλιστα, στη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης και ειδικό Γραφείο Υποστήριξης της Καλής Νομοθέτησης, το οποίο από το Νοέμβριο του 2009, με απόφαση του πρωθυπουργού, απέκτησε δικό του προϊστάμενο, που αμείβεται με μισθό γενικού γραμματέα υπουργείου.
Τις υπηρεσίες τους προς την ίδια κατεύθυνση προσφέρουν και τα 14 αμειβόμενα μέλη της Κεντρικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής που ασχολούνται με τη βελτίωση της ποιότητας των νομοσχεδίων των υπουργείων, τα 12 επίσης αμειβόμενα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής Κωδικοποίησης, όπως επίσης και ένα πλήθος ειδικών επιστημόνων και ειδικών συνεργατών που στελεχώνουν τη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης.
Αν σε όλο αυτό το εξειδικευμένο και καλοπληρωμένο επιστημονικό προσωπικό προστεθούν και οι νομικοί σύμβουλοι και συνεργάτες των υπουργών, υφυπουργών και γενικών γραμματέων των υπουργείων που επεξεργάζονται και προετοιμάζουν τα νομοσχέδια, θα περίμενε κανείς να υπάρξει σημαντική βελτίωση της ποιότητας των νομοθετημάτων.
85 νομοσχέδια μέσα σε 13 μήνες!
Δυστυχώς, όμως η εμπλοκή όλων αυτών των ανθρώπων, που έπρεπε να δικαιολογήσουν το λόγο ύπαρξής τους, έφερε αντίθετα αποτελέσματα: Από τις 4 Οκτωβρίου του 2009 έως σήμερα έχουν κατατεθεί 85 περίπου νομοσχέδια, 73 από τα οποία έχουν προλάβει να γίνουν νόμοι του κράτους. Δηλαδή τόσα νομοσχέδια όσα κατέθεσε η κυβέρνηση Καραμανλή στα 3 χρόνια της δεύτερης θητείας της (2007-2009). Μόνο τις τελευταίες 15 ημέρες έχουν κατατεθεί 7 περίπου νομοσχέδια. Πρώτα καταργήθηκαν σχεδόν όλες οι νομοθετικές πρωτοβουλίες της προηγούμενης κυβέρνησης και, στη συνέχεια, χωρίς σοβαρή προετοιμασία, με προχειρότητα και χωρίς καλή γνώση του αντικειμένου έγιναν νέες νομοθετικές παρεμβάσεις που επέτειναν το περιβάλλον της ανασφάλειας δικαίου. Κι όλα αυτά με συνοπτικές διαδικασίες, με τροπολογίες επί τροπολογιών και με αλλεπάλληλες ρυθμίσεις φτιαγμένες από υπηρεσιακούς παράγοντες που η μία έρχεται να διορθώσει τα λάθη της άλλης. Αξίζει να θυμηθούμε το φορολογικό νόμο του υπουργείου Οικονομικών, όπου από τις αλλαγές επί αλλαγών που έγιναν, περίμεναν όλοι να βγει το ΦΕΚ για να μπορέσουν να καταλάβουν τι είχε ψηφιστεί!
Ουκ εν τω πολλώ το ευ– Υπουργοί που δεν ελέγχουν τους υπηρεσιακούς παράγοντες
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς νομικός για να καταλάβει ότι υπ’ αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματικό και ποιοτικό νομοθετικό έργο. Γιατί το κρίσιμο δεν είναι να ζητήσει ο κάθε υπουργός από τους υπηρεσιακούς παράγοντες να φέρουν όποιες εκκρεμότητες υπάρχουν και να φτιάξουν νομοσχέδια-σκούπα ούτε να ανοίξει τα συρτάρια του και να στείλει προς κατάθεση ό,τι είχαν ετοιμάσει οι προηγούμενοι, ώστε να φαίνεται ότι δουλεύει και παράγει κώδικες και σχοινοτενή και ακατανόητα νομοθετήματα. Το ζήτημα είναι να κωδικοποιήσει, να απλουστεύσει διαδικασίες και να δώσει λύσεις στις αγκυλώσεις και στα γραφειοκρατικά προβλήματα. Το ζήτημα είναι, δηλαδή, σαφώς ποιοτικό και όχι ποσοτικό. Και, δυστυχώς, αυτό δεν έχει γίνει ακόμη κατανοητό.
Και, φυσικά, δεν μπορεί να γίνει κατανοητό όταν υπάρχουν υπηρεσιακοί παράγοντες με μακρά θητεία στο ίδιο αντικείμενο, οι οποίοι αναπαράγουν τις ίδιες χρόνιες αγκυλώσεις και υπονομεύουν κάθε φιλότιμη προσπάθεια εξυγίανσης, άλλοτε ανιδιοτελώς και άλλοτε όχι.
Και ειδικό Γραφείο Καλής Νομοθέτησης
Για την υλοποίηση των εξαγγελιών περί καλής νομοθέτησης συστήθηκε, μάλιστα, στη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης και ειδικό Γραφείο Υποστήριξης της Καλής Νομοθέτησης, το οποίο από το Νοέμβριο του 2009, με απόφαση του πρωθυπουργού, απέκτησε δικό του προϊστάμενο, που αμείβεται με μισθό γενικού γραμματέα υπουργείου.
Τις υπηρεσίες τους προς την ίδια κατεύθυνση προσφέρουν και τα 14 αμειβόμενα μέλη της Κεντρικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής που ασχολούνται με τη βελτίωση της ποιότητας των νομοσχεδίων των υπουργείων, τα 12 επίσης αμειβόμενα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής Κωδικοποίησης, όπως επίσης και ένα πλήθος ειδικών επιστημόνων και ειδικών συνεργατών που στελεχώνουν τη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης.
Αν σε όλο αυτό το εξειδικευμένο και καλοπληρωμένο επιστημονικό προσωπικό προστεθούν και οι νομικοί σύμβουλοι και συνεργάτες των υπουργών, υφυπουργών και γενικών γραμματέων των υπουργείων που επεξεργάζονται και προετοιμάζουν τα νομοσχέδια, θα περίμενε κανείς να υπάρξει σημαντική βελτίωση της ποιότητας των νομοθετημάτων.
85 νομοσχέδια μέσα σε 13 μήνες!
Δυστυχώς, όμως η εμπλοκή όλων αυτών των ανθρώπων, που έπρεπε να δικαιολογήσουν το λόγο ύπαρξής τους, έφερε αντίθετα αποτελέσματα: Από τις 4 Οκτωβρίου του 2009 έως σήμερα έχουν κατατεθεί 85 περίπου νομοσχέδια, 73 από τα οποία έχουν προλάβει να γίνουν νόμοι του κράτους. Δηλαδή τόσα νομοσχέδια όσα κατέθεσε η κυβέρνηση Καραμανλή στα 3 χρόνια της δεύτερης θητείας της (2007-2009). Μόνο τις τελευταίες 15 ημέρες έχουν κατατεθεί 7 περίπου νομοσχέδια. Πρώτα καταργήθηκαν σχεδόν όλες οι νομοθετικές πρωτοβουλίες της προηγούμενης κυβέρνησης και, στη συνέχεια, χωρίς σοβαρή προετοιμασία, με προχειρότητα και χωρίς καλή γνώση του αντικειμένου έγιναν νέες νομοθετικές παρεμβάσεις που επέτειναν το περιβάλλον της ανασφάλειας δικαίου. Κι όλα αυτά με συνοπτικές διαδικασίες, με τροπολογίες επί τροπολογιών και με αλλεπάλληλες ρυθμίσεις φτιαγμένες από υπηρεσιακούς παράγοντες που η μία έρχεται να διορθώσει τα λάθη της άλλης. Αξίζει να θυμηθούμε το φορολογικό νόμο του υπουργείου Οικονομικών, όπου από τις αλλαγές επί αλλαγών που έγιναν, περίμεναν όλοι να βγει το ΦΕΚ για να μπορέσουν να καταλάβουν τι είχε ψηφιστεί!
Ουκ εν τω πολλώ το ευ– Υπουργοί που δεν ελέγχουν τους υπηρεσιακούς παράγοντες
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς νομικός για να καταλάβει ότι υπ’ αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματικό και ποιοτικό νομοθετικό έργο. Γιατί το κρίσιμο δεν είναι να ζητήσει ο κάθε υπουργός από τους υπηρεσιακούς παράγοντες να φέρουν όποιες εκκρεμότητες υπάρχουν και να φτιάξουν νομοσχέδια-σκούπα ούτε να ανοίξει τα συρτάρια του και να στείλει προς κατάθεση ό,τι είχαν ετοιμάσει οι προηγούμενοι, ώστε να φαίνεται ότι δουλεύει και παράγει κώδικες και σχοινοτενή και ακατανόητα νομοθετήματα. Το ζήτημα είναι να κωδικοποιήσει, να απλουστεύσει διαδικασίες και να δώσει λύσεις στις αγκυλώσεις και στα γραφειοκρατικά προβλήματα. Το ζήτημα είναι, δηλαδή, σαφώς ποιοτικό και όχι ποσοτικό. Και, δυστυχώς, αυτό δεν έχει γίνει ακόμη κατανοητό.
Και, φυσικά, δεν μπορεί να γίνει κατανοητό όταν υπάρχουν υπηρεσιακοί παράγοντες με μακρά θητεία στο ίδιο αντικείμενο, οι οποίοι αναπαράγουν τις ίδιες χρόνιες αγκυλώσεις και υπονομεύουν κάθε φιλότιμη προσπάθεια εξυγίανσης, άλλοτε ανιδιοτελώς και άλλοτε όχι.
Σε κάθε κυβερνητική αλλαγή οι άνθρωποι αυτοί επωφελούνται, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι λόγω της εμπειρίας τους δεν μπορούν εύκολα να ελεγχθούν από την όποια πολιτική ηγεσία.
Οι προσωπικές φιλοδοξίες ως… πηγή του δικαίου
Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι, με τον ανασχηματισμό και τις κάθε είδους κυβερνητικές αλλαγές σε δομές και πρόσωπα, καθένας ένιωθε την ανάγκη να αφήσει το προσωπικό του στίγμα στο υπουργείο του. Να «ξηλώσει» τα νομοθετήματα των προκατόχων του και να εξαγγείλει εκ βάθρων αλλαγές, διαγράφοντας αδιακρίτως τα πάντα, θετικά και αρνητικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο περίφημος αναπτυξιακός νόμος: Ένα χρόνο τον επεξεργαζόταν η κυρία Κατσέλη, για να έρθει στο υπουργείο ο κ. Χρυσοχοΐδης και να δηλώσει εν ολίγοις ότι δεν βρήκε καμία σπουδαία προεργασία και θα ετοιμάσει το σχετικό θεσμικό πλαίσιο από την αρχή. Στο μεταξύ, βέβαια, οι επιχειρήσεις βάζουν «λουκέτο» η μία μετά την άλλη και το ΕΣΠΑ κοντεύει να κλείσει χωρίς να έχουμε καταφέρει να απορροφήσουμε ούτε το 10% των πόρων του…
Προσβάλλεται το κύρος της Βουλής έναντι 300 ευρώ τη συνεδρίαση
Είναι αυτονόητο ότι, όταν τα νομοσχέδια σωρεύονται με αυτούς τους ρυθμούς στις αρμόδιες Επιτροπές της Βουλής, οι βουλευτές δεν προλαβαίνουν καλά καλά να τα διαβάσουν.
Οι προσωπικές φιλοδοξίες ως… πηγή του δικαίου
Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι, με τον ανασχηματισμό και τις κάθε είδους κυβερνητικές αλλαγές σε δομές και πρόσωπα, καθένας ένιωθε την ανάγκη να αφήσει το προσωπικό του στίγμα στο υπουργείο του. Να «ξηλώσει» τα νομοθετήματα των προκατόχων του και να εξαγγείλει εκ βάθρων αλλαγές, διαγράφοντας αδιακρίτως τα πάντα, θετικά και αρνητικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο περίφημος αναπτυξιακός νόμος: Ένα χρόνο τον επεξεργαζόταν η κυρία Κατσέλη, για να έρθει στο υπουργείο ο κ. Χρυσοχοΐδης και να δηλώσει εν ολίγοις ότι δεν βρήκε καμία σπουδαία προεργασία και θα ετοιμάσει το σχετικό θεσμικό πλαίσιο από την αρχή. Στο μεταξύ, βέβαια, οι επιχειρήσεις βάζουν «λουκέτο» η μία μετά την άλλη και το ΕΣΠΑ κοντεύει να κλείσει χωρίς να έχουμε καταφέρει να απορροφήσουμε ούτε το 10% των πόρων του…
Προσβάλλεται το κύρος της Βουλής έναντι 300 ευρώ τη συνεδρίαση
Είναι αυτονόητο ότι, όταν τα νομοσχέδια σωρεύονται με αυτούς τους ρυθμούς στις αρμόδιες Επιτροπές της Βουλής, οι βουλευτές δεν προλαβαίνουν καλά καλά να τα διαβάσουν.
Ιδίως, μάλιστα, αυτοί που δεν είναι νομικοί. Και καταλήγουν, ανάμεσα στις τηλεοπτικές υποχρεώσεις τους και τις Εξεταστικές Επιτροπές, να ψηφίζουν τη μία ρύθμιση μετά την άλλη χωρίς να έχουν ουσιαστικά καταλάβει τι ψηφίζουν. Με τον τρόπο αυτό και το Σύνταγμα παραβιάζεται και το κύρος της Βουλής προσβάλλεται. Όμως, οι φωνές διαμαρτυρίας των «εθνοπατέρων» δεν είναι αρκετά έντονες. Βοηθά, προφανώς, σε αυτό και το γεγονός ότι για κάθε συνεδρίαση στις επιτροπές και στην Ολομέλεια πιστώνεται ο λογαριασμός τους με 300 ευρώ.
Μνημόνιο: Το νέο Σύνταγμα μετά την απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας
Για όλο αυτό τον όγκο της νομοθετικής παραγωγής ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό το Μνημόνιο, αφού οι υποχρεώσεις και οι δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η χώρα πρέπει να εκπληρώνονται μέσα σε αυστηρά χρονοδιαγράμματα. Γιατί, αν αυτό δεν συμβεί ή αν από τον έλεγχο που θα κάνει η τρόικα διαπιστωθεί ότι δεν τηρήθηκαν πλήρως τα συμφωνηθέντα, τίθεται σε κίνδυνο η εκταμίευση των δόσεων του δανείου.
Σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο η Βουλή καλείται ουσιαστικά να ενημερωθεί για τα δρομολογημένα νομοθετήματα που υλοποιούν το Μνημόνιο και τους όρους της δανειακής σύμβασης και να τα εγκρίνει. Και οι ατέρμονες συζητήσεις που γίνονται στο Κοινοβούλιο λίγο νόημα έχουν, αφού ό,τι έχει εγκρίνει η τρόικα δεν αλλάζει.
Με αυτά τα δεδομένα, λίγοι είναι αυτοί που τολμούν να επικαλεστούν το Σύνταγμα. Τι κι αν απαγορεύεται από το Σύνταγμα η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, τι κι αν προστατεύεται το κοινωνικό κράτος δικαίου και το δικαίωμα στην εργασία; Τόσο τα δικαστήρια όσο και το Νομικό Συμβούλιο του κράτους ή και άλλοι πολιτειακοί θεσμοί φαίνεται πως έχουν αρχίσει να βάζουν νερό στο κρασί τους: Γιατί γνωρίζουν, μεν, ποιο είναι το νόμιμο και το συνταγματικό, γνωρίζουν όμως και ποιο είναι το εφικτό μετά την απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας...
πηγή : Περιοδικό "Επίκαιρα", 25/11/2010
Μνημόνιο: Το νέο Σύνταγμα μετά την απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας
Για όλο αυτό τον όγκο της νομοθετικής παραγωγής ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό το Μνημόνιο, αφού οι υποχρεώσεις και οι δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η χώρα πρέπει να εκπληρώνονται μέσα σε αυστηρά χρονοδιαγράμματα. Γιατί, αν αυτό δεν συμβεί ή αν από τον έλεγχο που θα κάνει η τρόικα διαπιστωθεί ότι δεν τηρήθηκαν πλήρως τα συμφωνηθέντα, τίθεται σε κίνδυνο η εκταμίευση των δόσεων του δανείου.
Σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο η Βουλή καλείται ουσιαστικά να ενημερωθεί για τα δρομολογημένα νομοθετήματα που υλοποιούν το Μνημόνιο και τους όρους της δανειακής σύμβασης και να τα εγκρίνει. Και οι ατέρμονες συζητήσεις που γίνονται στο Κοινοβούλιο λίγο νόημα έχουν, αφού ό,τι έχει εγκρίνει η τρόικα δεν αλλάζει.
Με αυτά τα δεδομένα, λίγοι είναι αυτοί που τολμούν να επικαλεστούν το Σύνταγμα. Τι κι αν απαγορεύεται από το Σύνταγμα η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, τι κι αν προστατεύεται το κοινωνικό κράτος δικαίου και το δικαίωμα στην εργασία; Τόσο τα δικαστήρια όσο και το Νομικό Συμβούλιο του κράτους ή και άλλοι πολιτειακοί θεσμοί φαίνεται πως έχουν αρχίσει να βάζουν νερό στο κρασί τους: Γιατί γνωρίζουν, μεν, ποιο είναι το νόμιμο και το συνταγματικό, γνωρίζουν όμως και ποιο είναι το εφικτό μετά την απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας...
πηγή : Περιοδικό "Επίκαιρα", 25/11/2010