31 Ιαν 2014

Ανησυχία για ανατροπή της μισθολογικής πολιτικής στο Δημόσιο


ΜΕ ΜΕΓΑΛΕΣ ΟΥΡΕΣ ΚΑΙ ΕΝΤΑΣΕΙΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΤΗΜΑΤΟΓΡΑΦΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΣΤΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΚΤΗΜΑΤΟΓΡΑΦΗΣΗΣ ΤΟ

Μετά τη δικαίωση από το Συμβούλιο της Επικρατείας και των πανεπιστημιακών και λίγες μόλις ημέρες μετά την απόφαση για τους ένστολους, εντείνονται οι φόβοι της κυβέρνησης για πλήρη ανατροπή της μισθολογικής πολιτικής και της φορολογίας των αποδοχών που έχει εφαρμόσει στο δημόσιο.

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματική τη φορολόγηση των επιδομάτων που καταβάλλονται στους πανεπιστημιακούς και διατάσσει την αναδρομική επιστροφή των φόρων που επιβλήθηκαν από τις 8 Ιουλίου του έτους 2002.

Ειδικότερα, με την υπ’ αριθμ. 29/2014 απόφασή της, κρίνει αντισυνταγματική τη φορολόγηση του επιδόματος που καταβάλλεται στους πανεπιστημιακούς για τη «δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και συμμετοχής σε συνέδρια», καθώς και του ειδικού ερευνητικού επιδόματος που λαμβάνουν τα μέλη του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (ΔΕΠ) των πανεπιστημίων (ΑΕΙ). Σημειώνεται ότι η φορολόγηση των εν λόγω επιδομάτων έγινε κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 12 του Ν. 3052/2002 και ξεκίνησε από τις 8 Ιουλίου 2002, εξ ου και η αναδρομική ισχύς της απόφασης. 
Τα συγκεκριμένα επιδόματα είχαν οριστεί στα 176 ευρώ για το λέκτορα και τον επίκουρο καθηγητή, στα 264 ευρώ για τον αναπληρωτή και 411 ευρώ για τον καθηγητή. Από το 2013 διαμορφώθηκαν αντίστοιχα σε 128, 184 και 273 ευρώ.

Αρχικά η προσφυγή των πανεπιστημιακών εξετάστηκε στο Β’ Τμήμα του ΣτΕ το 2012, το οποίο έκρινε ως αντισυνταγματική τη φορολόγηση της μηνιαίας αποζημίωσης που χορηγείται στους πανεπιστημιακούς καθηγητές για τη δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, ύψους 2.112 ευρώ ετησίως, αλλά και το ειδικού ερευνητικού επιδόματος για την πραγματοποίηση μεταδιδακτορικής έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, ύψους 3.169,4 ευρώ.

Η υπόθεση λόγω της αντισυνταγματικότητας παραπέμφθηκε για οριστική λύση στην Ολομέλεια , η οποία αποδεχόμενη το σκεπτικό του Β΄ Τμήματος έκρινε ότι τα παραπάνω επιδόματα δεν αποτελούν προσαύξηση μισθού, δηλαδή εισόδημα και ως εκ τούτου και σύμφωνα με το άρθρο 78 του Συντάγματος και το άρθρο 4 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, δεν φορολογούνται.

Ειδικότερα στην απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας αναφέρεται: «Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αφού έλαβε υπόψη ότι η πάγια μηνιαία αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια χορηγείται στα μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων για την κάλυψη των δαπανών, στις οποίες αυτά υποβάλλονται για τη δημιουργία και διαρκή ενημέρωση βιβλιοθήκης, καθώς και για τη συμμετοχή σε επιστημονικά συνέδρια, οι οποίες, κατά τα κοινώς γνωστά, είναι απαραίτητες για τη διαρκή επιστημονική τους ενημέρωση, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η προαγωγή της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας στο χώρο των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, έκρινε ότι η εν λόγω παροχή έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα για την κάλυψη των εν λόγω δαπανών, το δε ύψος της δεν υπερβαίνει το κατά κοινή πείρα εύλογο μέτρο, και, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί φορολογητέο εισόδημα κατά την έννοια του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 4 παρ.1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ούτε συγκεκαλυμμένο φορολογικό προνόμιο υπέρ των μελών του διδακτικού προσωπικού των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Η κρίση αυτή είναι νόμιμη, πρέπει δε να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως».

Σύμφωνα με εκτιμήσεις το κόστος εφαρμογής της εν λόγω απόφασης ανέρχεται σε μερικά εκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο το υπουργείο Οικονομικών αυτό που φοβάται είναι η εκτεταμένη ανατροπή της μισθολογικής και φορολογικής πολιτικής του λαμβάνοντας υπόψη τα εξής δεδομένα:

Πρώτον, η συγκεκριμένη απόφαση μπορεί να αποτελέσει δεδικασμένο και για άλλους εργαζομένους, του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα, των οποίων φορολογούνται αντίστοιχα επιδόματα.

Δεύτερον, η πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ για τους ένστολους, η οποία θα κοστίσει τουλάχιστον 300 εκ. ευρώ, ανοίγει το δρόμο για προσφυγές από άλλες κατηγορίες υπαλλήλων των ειδικών μισθολογίων, όπως είναι πανεπιστημιακοί, γιατροί του ΕΣΥ, ιερείς, ερευνητές, κ.λπ. κατηγορίες, οι αποδοχές των οποίων μειώθηκαν.

Τρίτον, προσφυγές που είχαν υποβληθεί την προηγούμενη δεκαετία εκδικάζονται τώρα και εκδίδονται αποφάσεις.

Τέταρτον, εκκρεμούν αποφάσεις δικαστηρίων και για άλλες προσφυγές που συνεπάγονται μεγάλο δημοσιονομικό κόστος, αν γίνουν αποδεκτές. Ειδικότερα, στο ανώτατο δικαστήριο εκκρεμούν προσφυγές που αφορούν τις περικοπές του εφάπαξ των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και ασφαλιστικών ταμείων που δεν λαμβάνουν επιχορηγήσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Εάν επιβεβαιωθούν τα παραπάνω, πολύ πιθανό γεγονός, θα προκληθεί τεράστιο και εκτός προγράμματος δημοσιονομικό κόστος, το οποίο η κυβέρνηση, προκειμένου να είναι συνεπής στις μνημονιακές δεσμεύσεις της, θα πρέπει να αναπληρώσει με νέα ισοδύναμα μέτρα.

http://www.localit.gr/, 31/1/2014