Σε 20 χρόνια θα μειωθεί η ανεργία σε μονοψήφιο αριθμό !
Η ετήσια έκθεση για την ελληνική οικονομία και απασχόληση, του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για το τρέχον έτος, δόθηκε προχθές στη δημοσιότητα, παραμονές, ως είθισται, της ομιλίας του εκάστοτε πρωθυπουργού στα εγκαίνια της Δ.Ε.
Δεν θα κουραστούμε να επαναλαμβάνουμε, ότι, το μοναδικό άλλωστε, πόσο χρήσιμο εργαλείο για την εργατική τάξη και τους αγώνες της είναι οι μελέτες και οι εκθέσεις του ΙΝΕ. Ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή που περνούν οι εργαζόμενοι της χώρας, μελέτες του ΙΝΕ όχι μόνο αποκαλύπτουν την πραγματικότητα του οικονομικού περιβάλλοντος αλλά, με βάση οικομετρικά υποδείγματα, προβλέπουν τις επιπτώσεις της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής στο εισόδημα, την απασχόληση, στο Ασφαλιστικό και στο κοινωνικό κράτος.
Ήδη, από την περασμένη Δευτέρα, πριν δοθεί καν στη δημοσιότητα η Έκθεση, όταν ο επιστημονικός διευθυντές του ΙΝΕ Σάββας Ρομπόλης παρουσίασε ορισμένες δυσοίωνες προβλέψεις σε τηλεοπτική εκπομπή, ο υπουργός Εργασίας κ. Βρούτσης τις σχολίασε με οξείς χαρακτηρισμούς. Μίλησε για «απαισιόδοξους προφήτες οι οποίοι χρησιμοποιώντας τα χειρότερα σενάρια μαθηματικών υπόδειγμα της προβλέπουν την καταστροφή, κάνοντας παιχνίδια εντυπωσιασμού». Ο υπουργός προφανώς «ξέχασε» ότι σε αντίθεση με τις προβλέψεις του ΙΝΕ, όλοι οι άλλοι οργανισμοί και τα κέντρα τους, από την Κομισιόν μέχρι το ΔΝΤ, έπεσαν έξω, πότε για το βάθος της ύφεσης, πότε με τους λάθος πολλαπλασιαστές πότε με τις προβλέψεις ότι η Ελλάδα θα έβγαινε στις αγορές αρχικά πότε το 2012, μετά το 2013, τώρα το 2015 κ.ό.κ.
Ιδιαίτερη σημασία και η φετινή έκθεση δίνει στο μείζον ζήτημα της απασχόλησης και της ανεργίας. Ο Σ. Ρομπόλης, παρουσιάζοντας την Έκθεση στη Θεσσαλονίκη προέβη και σε υποδείξεις οικονομικής πολιτικής στη βάση των παραδοχών και των προβλέψεων του ΙΝΕ.
Μάκης Μπαλαούρας
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΝΙΣΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
* Η ελληνική οικονομία σε διαδικασία αποεπένδυσης
Το μοντέλο της άνισης ανάπτυξης τοποθέτησε τον Νότο στον δρόμο της σταδιακής τεχνολογικής, καινοτομικής, οργανωτικής και ποιοτικής απαξίωσης της παραγωγικής υποδομής στους τομείς της μεταποίησης και της γεωργίας, προωθώντας την ανάπτυξη των τομέων του τουρισμού, των κατασκευών και των υπηρεσιών. Χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της παραγωγικής απαξίωσης αποτελεί, μεταξύ των χωρών του Νότου, η Ελλάδα η οποία σήμερα (2013) παράγει μόνο το 27% των προϊόντων που καταναλώνει. Ακριβώς, αυτή η ευρωπαϊκή στρατηγική της άνισης ανάπτυξης Βορρά-Νότου οδήγησε, κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια, σταδιακά την Ελλάδα στην δημιουργία «δίδυμων ελλειμμάτων» στα δημόσια οικονομικά (δημόσιο έλλειμμα και χρέος) και στις εξωτερικές συναλλαγές της χώρας (έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου). Η επιβολή στις χώρες του Νότου των πολιτικών της «εσωτερικής υποτίμησης» και της ελεγχόμενης χρεοκοπίας από τους διεθνείς οργανισμούς (Ε.Ε., ΕΚΤ, ΔΝΤ), ως στρατηγική επιλογή της εγγυημένης αποπληρωμής των δανείων τους, εκτός από την κοινωνική καθίζηση (λιτότητα, ανεργία, φτωχοποίηση, κλπ) προκάλεσαν και παραγωγική καθίζηση (μείωση επενδύσεων (64,8% 2008-2013, παραγωγικότητας της εργασίας, αύξησης της ανεργίας κλπ) (καθίζηση προσφοράς), απαξιώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ακόμη και τον κεντρικό στρατηγικό στόχο των εφαρμοσμένων πολιτικών. Κατά συνέπεια, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε διαδικασία αποεπένδυσης.
Η ελληνική οικονομία έχει καθηλωθεί σε χαμηλό επίπεδο παραγωγής και ανεργίας, στο οποίο εξαντλούνται οι δυναμικές ιδιότητες του παραγωγικού συστήματος, δηλαδή η ικανότητά του να ανακάμψει αυθορμήτως. Με άλλα λόγια, η ελληνική οικονομία φαίνεται ότι δεν μπορεί να αποκολληθεί από το χαμηλό επίπεδο στο οποίο έχει οδηγηθεί επειδή έχει εξαντλήσει όλες τις ενδογενείς δυνάμεις που διαθέτει για να μετατοπιστεί σε υψηλότερο επίπεδο παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι μόνο ένα επενδυτικό σοκ μπορεί να θέσει σε κίνηση ξανά την ελληνική οικονομία.
Κατά τη διάρκεια της εφαρμογής των μνημονίων όχι μόνο οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών δεν κατέστησαν κινητήριες δυνάμεις της ανάπτυξης αλλά παρουσίασαν και επιδείνωση ως προς την συμβολή τους στη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Αντίθετα η όποια επίδραση στο ΑΕΠ οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στη μείωση των εισαγωγών, η οποία με την σειρά της οφείλεται στην δραστική περιστολή της εσωτερικής ζήτησης – καταναλωτικής και επενδυτικής.
ΜΙΣΘΟΙ- ΑΓΟΡΑΣΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ
* η Σωρευτική μείωση της αγοραστικής δύναμης αποδοχών ανά μισθωτό είναι 22,1%
Σε τρέχουσες τιμές οι αποδοχές εργασίας μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων κατά την περίοδο 2010-2013 μειώθηκαν κατά 41 δισ. ευρώ έναντι του επιπέδου των αποδοχών του 2009. Όμως, το διαθέσιμο εισόδημα, που προέρχεται από αμοιβές εργασίας μισθωτών μειώθηκε, περαιτέρω, εξαιτίας της αυξημένης άμεσης και έμμεσης φορολόγησης της μισθωτής εργασίας, κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων ετών, δηλαδή από τη μείωση των αποδοχών (2010-2013) των 41 δισ. ευρώ, τα 37 δισ. ευρώ αφορούν τους μισθωτούς και τα 4 δισ. ευρώ αφορούν τους αυτοαπασχολούμενους. Σε συνδυασμό με την αύξηση του δείκτη τιμών καταναλωτή κατά την περίοδο 2010-2013 κατά 7,6%, η σωρευτική μείωση της αγοραστικής δύναμης των αποδοχών ανά μισθωτό προσεγγίζει το 22,1%.
Ο μέσος μισθωτός, πριν φορολογηθεί το εισόδημά του, έχει απολέσει περίπου το 1/4 της αγοραστικής δύναμης των αποδοχών που είχε το 2009, ενώ οι μισθωτοί ως σύνολο, ως κοινωνική ομάδα, έχουν απολέσει, εξαιτίας και της υψηλής ανεργίας, κατά τι περισσότερο από το 1/3 της αγοραστικής δύναμης των αποδοχών τους. Έτσι το 2014 οι μισθωτοί στο σύνολό τους, δηλαδή ως κοινωνική ομάδα, θα έχουν απολέσει το περίπου το 50% της αγοραστικής δύναμης που είχαν το 2009. Η σύγκλιση των πραγματικών μισθών έναντι του μέσου όρου της ΕΕ-15 έχει οπισθοχωρήσει περίπου κατά μία τριακονταετία, σε επίπεδα της δεκαετίας του 1980.Ο κατώτατος μηνιαίος μισθός στην Ελλάδα αποκλίνει πλέον σημαντικά και υστερεί ακόμη περισσότερο έναντι των κατώτατων μισθών των πλουσιότερων κρατών- μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1250 ευρώ), δεδομένου ότι μετά την μείωση κατά 22% τον Φεβρουάριο του 2012 ανέρχεται πλέον μόλις στο 46% του αντίστοιχου κατώτατου μισθού της πρώτης ομάδας χωρών (από 60% με βάση την ΕΓΣΣΕ πριν το μνημόνιο ΙΙ).
Κόβουν τις αποδοχές και ότι μένει το παίρνουν μέσω της εφορίας
Οι μισθωτοί και συνταξιούχοι υποστήριξαν, αποκλειστικά σχεδόν, όλο το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής. Ενώ το μέσο δηλωθέν εισόδημα των μισθωτών και των συνταξιούχων μειώθηκε κατά 18% (2011) σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος (2010) η μέση φορολογική τους επιβάρυνση αυξήθηκε κατά 52%. Από την άλλη πλευρά παρατηρείται ότι το μέσο δηλωθέν εισόδημα των ελεύθερων επαγγελματιών μειώθηκε (2011) κατά 38,5% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος (2010) και η μέση φορολογική τους επιβάρυνση μειώθηκε κατά 17,7%.
ΖΗΤΗΣΗ-ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΕΠ. ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΑΠΩΤΕΡΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ
* η Ελληνική οικονομία βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια ανατροφοδοτούμενη διαδικασία ύφεσης
Η πτώση της εγχώριας ζήτησης από το 2009 και μετά είναι δραματική και ανήλθε συνολικά σε 31,3%. Το επίπεδο της εγχώριας ζήτησης έχει πλέον επιστρέψει 14 χρόνια πριν, στο επίπεδο του 1999. Η σωρευτική μείωση του ΑΕΠ για τα έξι έτη ύφεσης (2008-2013), συγκρινόμενη με την αντίστοιχη μεταβολή στις 36 πιο προηγμένες χώρες του κόσμου, ανέρχεται σε περίπου 25%. Η πραγματική απόκλιση της ελληνικής οικονομίας από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ήδη ακυρώσει την πορεία πραγματικής σύγκλισης που είχε πραγματοποιηθεί κατά τα έτη 1995-2007.
Πού οδήγησε ο φαύλος κύκλος της ύφεσης.
Το σοβαρότερο πρόβλημα της εσωτερικής υποτίμησης στην Ελλάδα είναι ότι η συμβολή όλων των συνιστωσών της εσωτερικής ζήτησης στο ΑΕΠ μειώνεται, η ανεργία αυξάνεται και μειώνει και αυτή με την σειρά της την εσωτερική ζήτηση και ο φαύλος κύκλος της ύφεσης επαναλαμβάνεται. Το μικρό ποσοστό επένδυσης παγίου κεφαλαίου δεν επιτρέπει την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας γιατί οι νέες επενδύσεις είναι αυτές που φέρνουν την τεχνολογική πρόοδο μέσα στην παραγωγική διαδικασία.
Η επιβράδυνση του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού μειώνει την παραγωγικότητα της εργασίας, άρα και την ανταγωνιστικότητα τιμής, και επιπλέον, περιορίζει τις δυνατότητές της χώρας να βελτιώσει την ποιότητα των προϊόντων και να παραγάγει νέα προϊόντα για τα οποία αυξάνεται η διεθνής ζήτηση. Καθώς όλες οι συνιστώσες της εσωτερικής ζήτησης συμβάλλουν αρνητικά στην μεγέθυνση του ΑΕΠ, η ελληνική οικονομία βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια ανατροφοδοτούμενη διαδικασία ύφεσης που ακυρώνει τα όποια αποτελέσματα της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης. Το ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας υποχώρησε κατά 6,4% το 2012 μετά την μείωση κατά περίπου 14,6% στην τετραετία ύφεσης 2008-2011. Έτσι, η σωρευτική μείωση του ΑΕΠ, σε σταθερές τιμές, κατά την πενταετία 2008-2012 ανήλθε σε 20,1%. Οι εξελίξεις αυτές διέψευσαν για ακόμα μία φορά τις ετήσιες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με τις οποίες το ΑΕΠ θα είχε μειωθεί, σε σταθερές τιμές, κατά 4,7% το 2012, ενώ μειώθηκε κατά 6,4%.
Το μέσο ΑΕΠ ανά κάτοικο σε σταθερές τιμές, δηλαδή ως αγοραστική δύναμη, έχει επανέλθει στο επίπεδο του 2000. Το 2010-2013 η ελληνική οικονομία παρουσιάζει απόκλιση 19,7% έναντι του μέσου όρου των 15 πιο ανεπτυγμένων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για οπισθοχώρηση του δείκτη πραγματικής σύγκλισης στο επίπεδο του 1964.
Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, σε σταθερές τιμές, στο τέλος του 2013 θα έχουν επιστρέψει είκοσι χρόνια πριν, στο επίπεδο του 1994 με αποτέλεσμα να παρατηρείται πλέον αποεπένδυση (μείωση του καθαρού κεφαλαιακού αποθέματος). Η κατάρρευση αυτή δεν αφορά μόνον στον δημόσιο, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα. Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε διαδικασία αποεπένδυσης: με άλλα λόγια, χάνει το παραγωγικό της δυναμικό.
ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ-ΑΝΕΡΓΙΑ ΜΑΥΡΗ Η ΝΥΧΤΑ
*Οι 930.000 θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν μεταξύ 1992-2008 χάθηκαν την τελευταία πενταετία
Το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε δραματικά κατά το 2009- 2013 στο 27,0% σε μέσο επίπεδο. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το ποσοστό ανεργίας πρόκειται να μειωθεί κατά το 2014 στο 26,0% (σε μέσο ετήσιο επίπεδο) και σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΟΟΣΑ (Ιούλιος 2013) το ποσοστό της ανεργίας κατά το 2014 θα αυξηθεί στο 28,2% (Δ΄ Τρίμηνο) από 26,8% το Μάιο του 2013. Οι εκτιμήσεις του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ είναι πιο απαισιόδοξες, προβλέποντας την ανεργία κατά το 2013 να αυξηθεί από 24,2% το 2012 στο 29%-30% και το 2014 στο 31,5%. Ο λόγος ανέργων / απασχολουμένων υπερβαίνει σήμερα το 1/3. Με άλλα λόγια, σε κάθε τρεις εργαζόμενους αντιστοιχεί περίπου ένας άνεργος. Στην Ελλάδα, οι θέσεις εργασίας (930.000) που δημιουργήθηκαν μέσα στα 17 χρόνια 1992-2008, χάθηκαν κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας.
Η δραματική κρίση στην αγορά εργασίας, παράλληλα επηρεάζει το καθεστώς απασχόλησης, μέσω της συνεχούς μείωσης του γενικού συνολικού αριθμού των νέων συμβάσεων εργασίας (προσλήψεις), η μείωση του αριθμού των συμβάσεων πλήρους απασχόλησης, η αύξηση του αριθμού των συμβάσεων μερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής εργασίας και η υπερδιπλάσια αύξηση των ευέλικτων μορφών εργασίας στην Ελλάδα (από 21% το 2009 σε 45% το 2012, ενώ οι συμβάσεις πλήρους εργασίας από 79% το 2009 σε 45% το 2012) καθώς και η σημαντική μείωση της τυπικής εργασίας και αύξησης της άτυπης εργασίας στα κράτη - μέλη τόσο της νότιας, όσο και της βόρειας Ευρώπης.
Κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και ύφεσης στην Ελλάδα (2009- 2012) η ανασφάλιστη και αδήλωτη εργασία παρουσιάζει σημαντική αύξηση, το ποσοστό της οποίας υπερβαίνει (2012) το 36%. Κατά την ίδια περίοδο πενταπλασιάσθηκε η αύξηση των επιχειρησιακών συμβάσεων εργασίας (από 238 το 2010 σε 976 το 2012) από τις οποίες το 72,6% υπογράφεται με ενώσεις προσώπων και μόνο το 17,4% υπογράφεται από επιχειρησιακά σωματεία, με αποτέλεσμα οι επιχειρησιακές συμβάσεις σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, ύφεσης και υψηλής ανεργίας να αποτελούν έναν από τους βασικούς μηχανισμούς επιβολής μισθολογικών μειώσεων.
Ο κατώτατος μηνιαίος μισθός στην Ελλάδα αποκλίνει πλέον σημαντικά και υστερεί ακόμη περισσότερο έναντι των κατώτατων μισθών των πλουσιότερων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεδομένου ότι μετά την μείωση κατά 22% τον Φεβρουάριο του 2012 ανέρχεται πλέον μόλις στο 46% του αντίστοιχου κατώτατου μισθού της πρώτης ομάδας χωρών.
Η σωρευτική μείωση του ΑΕΠ για τα έξι έτη ύφεσης (2008-2013), συγκρινόμενη με την αντίστοιχη μεταβολή στις 36 πιο προηγμένες χώρες του κόσμου, ανέρχεται σε περίπου 25%. Δηλαδή, έχει ήδη ακυρώσει την πορεία πραγματικής σύγκλισης που είχε πραγματοποιηθεί κατά τα έτη 1995-2007
Κατά τα έτη 2010-2013 ο αριθμός των απασχολούμενων μειώθηκε κατά 18,6% ως επακόλουθο της μείωσης κατά 20,8% του ΑΕΠ. Το υπόλοιπο 2,2% περίπου της μείωσης του προϊόντος προήλθε από την μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας.
Απλά μαθήματα εξόδου από την ύφεση
Η πτώση της εγχώριας ζήτησης από το 2009 και μετά είναι δραματική και ανήλθε συνολικά σε 31,3%. Το επίπεδο της εγχώριας ζήτησης έχει πλέον επιστρέψει 14 χρόνια πριν, δηλαδή στο επίπεδο του 1999.
Η Έκθεση του ΙΝΕ περιγράφει ένα απλό κευνσιανό μηχανισμό εξόδου από την ύφεση. Θεωρεί ότι εάν καταστεί δυνατή η αποδιάρθρωση του μηχανισμού διαρκούς υποτίμησης της εργασίας, επομένως η κατάργηση της αντεργατικής νομοθεσίας, ο έλεγχος της παράνομης πλευράς της αγοράς εργασίας και η αποκατάσταση του ελάχιστου μισθού στα νόμιμα επίπεδα του (δηλαδή στα 751 ευρώ), θα έχουν γίνει σημαντικά βήματα για αυξήσεις όλων των μισθών οι οποίες θα τείνουν να τους επαναφέρουν σε υψηλότερα επίπεδα. Αυτό θα συμβεί επειδή ολόκληρη η μισθολογική κλίμακα τείνει να αναδομηθεί με βάση τον κατώτατο μισθό. Τα αποτελέσματα των οικονομετρικών εκτιμήσεων αναδεικνύουν την ύπαρξη μιας σχέσης ισορροπίας μεταξύ των μέσων ονομαστικών αποδοχών εργασίας που προκύπτουν από διαπραγμάτευση, του επιπέδου των τιμών και της παραγωγικότητας, και του ποσοστού ανεργίας.
Η Έκθεση για την Ελληνική Οικονομία και την απασχόληση του έτους 2013 επισημαίνει την αναγκαιότητα κατανόησης του αδιεξόδου των ασκούμενων πολιτικών «εσωτερικής υποτίμησης, λιτότητας, ανεργίας και ελεγχόμενης χρεοκοπίας»:
σχεδιασμού πολιτικών για τον νέο προσδιορισμό των σχέσεων οικονομίας και κοινωνικών αναγκών, ενίσχυσης των μισθών, των δημόσιων και κοινωνικών δαπανών, αναδιανομής του εισοδήματος.
στο πλαίσιο: ενός νέου υποδείγματος μακροοικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής.
και ενός σύγχρονου προγράμματος οικονομικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας.
Ο ποσοτικός καθορισμός των μακροοικονομικών συσχετίσεων (υπόδειγμα καθορισμού μισθών και τιμών σε συνθήκες ατελούς ανταγωνισμού) αναδεικνύει ότι:
Η αύξηση του κατώτατου μισθού από 586 ευρώ στα 751 ευρώ για 300.00 μισθωτούς συμβάλλει κατά τον πρώτο χρόνο σε αύξηση:
της εσωτερικής ζήτησης κατά 0,75%
του ΑΕΠ κατά 0,5%
της απασχόλησης κατά 7.000 νέες θέσεις εργασίας
Η ανάσχεση της ύφεσης και η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας από τον πρώτο χρόνο διαμέσου της αύξησης του κατώτατου μισθού ενισχυόμενη από την δραστική απομείωση του χρέους, την ρευστότητα της οικονομίας και την πραγματοποίηση επενδύσεων (10% του ΑΕΠ συνολικές επενδύσεις από τις οποίες 7,5% παραγωγικές και 2,5% κατοικίες) δημόσιας, ιδιωτικής και ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, συμβάλλουν επιπρόσθετα σε αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,7% τον χρόνο (Η αύξηση των ονομαστικών ρυθμών του ΑΕΠ κατά 1% το χρόνο εκτιμάτο ότι θα συνέβαλε σε μείωση του δημόσιου χρέους στο 105,5% του ΑΕΠ το 2020. Αντίθετα, η μείωσή τους κατά 1% τον χρόνο οδηγούσε το δημόσιο χρέος στο 129% του ΑΕΠ το 2020) και σε αύξηση της απασχόλησης κατά 25.000 νέες θέσεις εργασίας.
Οι πληθωριστικές πιέσεις διαμέσου των μισθολογικών αυξήσεων του κατώτατου μισθού και μετά μια τριετία του μέσου μισθού που θα ενδυναμώσουν περαιτέρω την αύξηση του ΑΕΠ και της απασχόλησης, θα απορροφηθούν από την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας η οποία βραχυπρόθεσμα εξαρτάται από τον βαθμό χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού.
Η πορεία ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, στον ορίζοντα μίας πενταετίας θα θέσει σε χρήση και το παραγωγικό δυναμικό που σήμερα αργεί και ανέρχεται σε 15% του ΑΕΠ περίπου και θα συμβάλλει στην αύξηση της απασχόλησης κατά 7%-10%, δηλαδή κατά 250.000 άτομα. Οι ρυθμοί αυτοί ανάκαμψης (3,5%-4,0%) της ελληνικής οικονομίας το χρόνο κατά την πρώτη πενταετία, προϋποθέτουν μία εικοσαετία για την δημιουργία ενός εκατομμυρίου θέσεων εργασίας περίπου, που χάθηκαν την τετραετία 2010-2013 η δημιουργία των οποίων προϋποθέτει μία δεκαετία με ετήσιους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ 7%-8%.
Η δυναμική των νέων συνθηκών ανάκαμψης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας (ενίσχυση της ζήτησης δια μέσου της δημιουργίας εισοδημάτων, της αύξησης των επενδύσεων, ενεργοποίησης και ανασυγκρότησης της παραγωγής) σημαίνει, εκτός των άλλων, αύξηση των φορολογικών εσόδων του κράτους και των εσόδων των ασφαλιστικών ταμείων, γεγονός που δημιουργεί, συνθήκες αφενός ανασύστασης του κράτους πρόνοιας και σταδιακής αποκατάστασης των συντάξεων και αφετέρου συνθήκες αποκατάστασης της δημοκρατικής λειτουργίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Η άμεση (ανάσχεση της ύφεσης), η βραχυπρόθεσμη (δημιουργία θέσεων εργασίας) πορεία ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας ακολουθείται από την μεσο-μακροπρόθεσμη πορεία ανάπτυξης, η οποία προϋποθέτει την διαμόρφωση ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου με θεμελιώδη χαρακτηριστικά:
την καινοτομική, παραγωγική-τεχνολογική ανασυγκρότηση,
την επενδυτική (δημόσια-ιδιωτική) αναζωογόνηση,
την μεταμόρφωση (clusters-ολοκληρωμένα συμπλέγματα δραστηριοτήτων) της κλαδικής διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, για την δημιουργία δυναμικών πόλων ανάπτυξης, καινοτομίας, απασχόλησης, παραγωγικότητας και διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, την ποιότητα της παραγωγής και των εργασιακών σχέσεων, την καταπολέμηση της ανεργίας, την αποκατάσταση της εισοδηματικής και κοινωνικής καθίζησης, κλπ.
Εφημερίδα "Η Εποχή", 8/9/2013
.jpg)