23 Δεκ 2010

"Ο νέος βομβαρδισμός του εργασιακού πεδίου"

Υπό τη σκιά του τρίτου κατά σειρά Μνημονίου, κύρια στόχευση του οποίου είναι η περαιτέρω μείωση της αμοιβής της εργασίας και των ασφαλιστικών παροχών, κατατέθηκε προς ψήφιση το λεγόμενο «πολυνομοσχέδιο», με βασικές διατάξεις του οποίου αλλάζει δραστικά το Εργασιακό Σύστημα. Μέχρις ότου δημοσιευτούν αυτές οι σκέψεις, το νομοσχέδιο θα έχει ψηφιστεί τουλάχιστον από την κυβερνητική πλειοψηφία. Είναι βέβαιο ότι τα μέτρα που λαμβάνονται περιέχονται ως πολιτική δέσμευση στο αρχικό Μνημόνιο (Ν. 3845/2010, ΦΕΚ Α' 65/6-5-2010). Το γεγονός όμως ότι συζητούνται και ψηφίζονται με τη διαδικασία τού κατεπείγοντος συντελεί, ώστε να σμικρυνθεί ο χρόνος της ενημέρωσης του λαού και να αιφνιδιαστούν πολλά συνδικαλιστικά στελέχη, που –ενόψει μάλιστα των εορτών των Χριστουγέννων και του Νέου Χρόνου– αμβλύνουν, όπως όλοι, την αγωνιστική εγρήγορση.
Κεντρικό σημείο των νέων απορρυθμίσεων είναι η καθιέρωση των Ειδικών Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΕΕΣΣΕ), που με τις λεπτομέρειες της ένταξής τους στο όλο πλέγμα των εργασιακών σχέσεων καταργούν τη βασική αρχή που διατρέχει όλες τις συλλογικές ρυθμίσεις, δηλαδή την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης υπέρ του εργαζόμενου.
Με την υπερίσχυση δηλαδή των ειδικών αυτών συμβάσεων επιδιώκεται η αμοιβή της εργασίας τού 80% και πλέον των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα με την ποικιλία των απολαβών (ως αποτελέσματος όλου του πλέγματος των συλλογικών ρυθμίσεων) να κατέλθει στο ύψος του κατώτατου μισθού! Κι όλα αυτά θα διαδραματιστούν σε μια αγορά εργασίας που παρουσιάζει πολλές αρρυθμίες, δυσπλασίες και ατυπίες και όπου η δραματική μείωση των θέσεων εργασίας έχει ενσπείρει το φόβο και την αβεβαιότητα σε όλο το εργατικό δυναμικό. Με τη διευκόλυνση, μάλιστα, των απολύσεων και τη μείωση της αποζημίωσης που προηγήθηκαν, σε συνδυασμό με τα νέα μέτρα της επέκτασης της διαθεσιμότητας κατά 9 μήνες το χρόνο με το 50% του οριζομένου μισθού, η Εργατική Τάξη οδηγείται σιδηροδέσμια, εκεί όπου υπάρχουν συνδικάτα στην επιχείρηση, σε μεγάλη μείωση των μισθών και των ημερομισθίων, που δεν μπορεί ακόμη να προσδιοριστεί ως προς το ύψος της.
Η αγωνία για την εκ περιτροπής εργασία ενεδρεύει. Και η πλειοψηφία των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, όπου ο αριθμός των εργαζομένων δεν επιτρέπει τη δημιουργία σωματείου, λόγω και του συγκεκριμένου συνταγματικού ορίου, η διαπραγμάτευση εναποτίθεται για όλα τα ζητήματα –ακόμη και για τον αριθμό των θέσεων εργασίας, σύμφωνα με το επιχειρησιακό πλάνο–, στο κλαδικό σωματείο ή στην ομοσπονδία, που δεν έχουν κανένα λόγο να συναινέσουν στη διαδικασία μείωσης των αμοιβών της εκτός σωματείων εργατικής δύναμης. Σε περίπτωση άλλωστε διαφωνίας, η δρομολογημένη συρρίκνωση των αποδοχών (και όχι μόνον) θα λάβει το μονομερή της δρόμο, κατά τη νέα ταχύτατη διαδικασία επίλυσης των συλλογικών διαφορών, που μόνο συλλογικές διαφορές δεν θα είναι πλέον. Η διαδικασία, εντέλει, όπως καταστρώνεται στο άρθρο 15 του πολυνομοσχεδίου, οδηγεί σε Διαιτητική Απόφαση, σύμφωνα με το εργοδοτικό πλάνο. Η παρ. 5 του άρθρου αυτού έχει ήδη θέσει τα κριτήρια με τα οποία τα αρμόδια όργανα θα κρίνουν. Είναι η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης και η εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας της παραγωγικής δραστηριότητας, όπου όλα τα ζητήματα επανεξετάζονται: από τον αριθμό των θέσεων εργασίας και τις συνθήκες παροχής της μέχρι και το ύψος της μείωσης των αποδοχών χωρίς πλαφόν και μέχρι του κατωτάτου ορίου της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ). Ως προς τους νέους εργαζομένους μέχρι 18 και 25 ετών, έχει φροντίσει το υπουργείο Εργασίας, από τις αρχές του θέρους, να κατεβάσει το μισθό και το ημερομίσθιο πολύ πιο χαμηλά από τα κατώτατα όρια της ΕΓΣΣΕ. Επομένως, πρόκειται περί μιας διαδικασίας επικύρωσης των επιχειρηματικών σχεδίων.
Το μόνο που δεν λαμβάνεται υπόψη είναι η προϊούσα αποσυνδικαλιστικοποίηση της μισθωτής εργασίας, η ασυδοσία των μεγάλων επιχειρήσεων, που με πρακτικές αθέμιτου εργασιακού ανταγωνισμού κανοναρχούν και τη συμπεριφορά των μικρότερων και η παραβίαση όλων των ρυθμίσεων και των ωραρίων από τις τράπεζες και άλλες επιχειρήσεις υπηρεσιών, όπου στο άκουσμα των προβλεπομένων από το Εργατικό Δίκαιο δικαιωμάτων, αμέσως υποδεικνύεται η πόρτα της εξόδου για κάθε εργαζόμενο που θα τα επικαλεστεί.
Παρότι η παραγωγικότητα της εργασίας κατά την τελευταία δεκαετία αυξήθηκε σημαντικά, ώστε να αγγίζει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, εντούτοις η νέα αυτή διαδικασία διατίμησης της εργατικής δύναμης δεν τη λαμβάνει καθόλου υπόψη.
Κι ενώ τα ελλείμματα της ανταγωνιστικότητας της παραγωγικής διαδικασίας οφείλονται πρωτίστως και κυρίως σε παράγοντες συνδεόμενους με την επιχειρηματική επάρκεια, την οργάνωση των παραγωγικών μεθόδων, την εκμετάλλευση των δικτύων, τη διεξαγωγή έρευνας για νέα καινοτόμα προϊόντα και υπηρεσίες και ασφαλώς την τραπεζική φιλικότητα και τον αθέμιτο ανταγωνισμό από τις απελευθερωμένες αγορές ομοίων προϊόντων, εντούτοις όλα επιρρίπτονται στην αμοιβή της ανθρώπινης εργασίας.
Αλλά, εάν αφαιρεθεί από την ΕΓΣΣΕ η δυνατότητα ορισμού τού 80% και πλέον των μισθών και των ημερομισθίων των εργαζομένων (με δεδομένη και πανθομολογούμενη τη συνδικαλιστική αδυναμία των κορυφαίων οργανώσεων), τότε καταρρέει όλο το οικοδόμημα της συλλογικής αυτονομίας. Από τη μια, αφαιρείται η αρμοδιότητα του προσδιορισμού τού μεγάλου όγκου των μισθών και ημερομισθίων των εργαζομένων. Από την άλλη, γενικεύονται και επεκτείνονται οι ελαστικές σχέσεις εργασίας… Εξάλλου, σε κάθε αφετηρία του αβέβαιου εργασιακού βίου, ενεδρεύουν οι συμβάσεις δοκιμής για 1 ολόκληρο χρόνο, που θα τερματίζονται χωρίς αποζημίωση. Και στην ωρίμανση της εργασιακής σχέσης παραμονεύουν οι «συμβάσεις ορισμένου χρόνου», τριετούς τουλάχιστον διάρκειας, που, μέσα από τα σύγχρονα δουλεμπορικά γραφεία της ενοικία σης εργαζομένων, θα καταστρατηγούν όλη την εναπομείνασα Εργατική Νομοθεσία.
Ο ολοκληρωτικός νεοφιλελευθερισμός, ασύδοτος και προκλητικός, με την κυβερνητική συνδρομή ενός κατ’ όνομα μόνο «σοσιαλιστικού» κόμματος, επιδράμει επί όλων των κατακτήσεων του τελευταίου αιώνα και ολοένα και περισσότερο πολλαπλασιάζει την καταστροφική του ορμή. Σε λίγο, σ’ αυτή τη χώρα θα περιφερόμαστε καταπτοημένοι, απελπισμένοι και χωρίς σκοπό ζωής, πάνω στα ερείπια του εργασιακού πολιτισμού, για τον οποίο χύθηκαν ποταμοί αίματος πολλών γενεών εργαζομένων. Ρήτρες και αξιώματα της Νομολογίας αποσυνδέονται από τους νομικούς συλλογισμούς, κατά την αταβιστική αυτή παλινδρόμηση προς την προδημοκρατική εποχή.
Μπορεί κάποιος εχέφρων άνθρωπος να ισχυριστεί ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση δοκιμίας επί 12 μήνες και μετέπειτα με σύμβαση ορισμένου χρόνου επί 36 μήνες δεν καλύπτει πάγιες και διαρ κείς ανάγκες στο παραγωγικό πεδίο;
Δεν βρέθηκε κανένας να ισχυριστεί ότι η καταστροφή των εννοιών του νομικού πολιτισμού και η αντικατάστασή τους από τους νεοφιλελεύθερους ευφημισμούς αποδιαρθρώνει το ανθρώπινο και εργασιακό δυναμικό και καταβαραθρώνει ακόμη περισσότερο την παραγωγικότητα της οικονομίας;
Και δεν υπάρχει κανένα πολιτικό υποκείμενο να υψώσει αποτελεσματικά (και όχι με γυμνάσματα επαναστατικής αυτάρκειας) το στέρεο λόγο των εργασιακών και συνταγματικών κατακτήσεων, που θα περισώσει, έστω και κολοβωμένο, τον κοινωνικό και εθνικό ιστό;
Τα πράγματα είναι όντως τραγικά! Και τα κάνει ακόμη πιο θλιβερά η τρίτη επικαιροποίηση του Μνημονίου. Σ’ αυτό το στυγνό και ανάλγητο κείμενο των δανειστών, που δυστυχώς προσυπέγραψαν και Έλληνες πολιτικοί, νέες μεγάλες περικοπές προβλέπονται για τις κύριες συντάξεις, προκειμένου να προσαρμοστούν όλες οι παράμετροί τους στον οριζόμενο μέχρι το 2060 «δημοσιονομικό κανόνα». Αυτό το είχαμε αναλύσει και σε προηγούμενα άρθρα μας με την αναμονή των σχετικών αναλογιστικών μελετών. Το νέο, εν προκειμένω, είναι ότι για πρώτη φορά στο άρθρο 11 αυτού περιλαμβάνονται και τα Ταμεία Πρόνοιας (εφάπαξ), που οδηγούνται στην «προκρούστεια κλίνη» των επικυρίαρχων της τριαρχίας, μαζί με τις επικουρικές συντάξεις. Μέχρι τον Ιούνιο του 2011 το τοπίο στη συνάρτηση «Εργασιακού - Ασφαλιστικού» θα είναι αγνώριστο. Αλλά περί αυτών των νέων δυσμενέστερων ρυθμίσεων θα έχουμε την ευκαιρία να γράψουμε σε επόμενο άρθρο μας. 
του Αλέξη Μητρόπουλου, από το περιοδικό "Επίκαιρα", 15/12/2010