Σήμερα έληξε επισήμως η προεκλογική περίοδος για τις αυτοδιοικητικές εκλογές. Μπορούμε ίσως να επιχειρήσουμε μια πρώτη καταγραφή κάποιων κεντρικών ζητημάτων του «προεκλογικού διαλόγου», διερευνώντας τον τρόπο που αυτά τέθηκαν. Κατάφερε η αριστερά να δώσει το σωστό περιεχόμενο στην προεκλογική συζήτηση, να ορίσει τα επίδικα, να διαδώσει τις προσεγγίσεις της; Βέβαια, σε κάποιο βαθμό, αλλά όχι αποκλειστικά, αυτό κρίνεται και από τα αποτελέσματα των αυριανών εκλογών.
Καταρχάς, όσον αφορά την κεντρικότητα του διλλήματος «υπέρ ή κατά του μνημονίου»: Αναμφίβολα, η αρχική εκτίμηση που είχε κάνει η Αριστερά για τον χαρακτήρα που θα έπαιρναν αυτές οι εκλογές επιβεβαιώθηκε.
Καταρχάς, όσον αφορά την κεντρικότητα του διλλήματος «υπέρ ή κατά του μνημονίου»: Αναμφίβολα, η αρχική εκτίμηση που είχε κάνει η Αριστερά για τον χαρακτήρα που θα έπαιρναν αυτές οι εκλογές επιβεβαιώθηκε.
Πριν δύο εβδομάδες, η κυβέρνηση δια στόματος Γ. Παπανδρέου, διακαναλικά, ανέκρουσε πρύμναν από την αρχική ρητορική της και επέβαλλε δημοψηφισματικό χαρακτήρα στην αυριανή διαδικασία.
Από τη μεριά μας, οι υποψήφιοι/ες της αριστεράς, ιδιαίτερα στους μεγάλους δήμους και περιφέρειες, δεν έπαψαν να προβάλλουν αυτή τη διχοτομία ως κρίσιμη και για το μέλλον της αυτοδιοίκησης. Βέβαια, είχαν δυσανάλογα μικρή προβολή από τα μέσα ενημέρωσης και αντιμετώπισαν τη συστηματική προσπάθεια υποτίμησης των εκλογών και αποπολιτικοποίησης του περιεχομένου τους. Ωστόσο, τα κομβικά ερωτήματα για τις αρνητικές συνέπειες του μνημονίου και του «Καλλικράτη» τέθηκαν, και η αυτοδιοικητική συζήτηση δεν διεξήχθη με επιμέρους ή τεχνικούς (όπως συχνά γίνεται στις τοπικές εκλογές) όρους.
Με αυτή την έννοια, ορισμένοι συνδυασμοί ή παρατάξεις που συνδέονται με το ΠΑΣΟΚ, που δηλώνουν είτε «αντιμνημονιακοί», αλλά στην πορεία τοποθετούνται υπέρ των μέτρων εφαρμογής του, είτε «ουδέτεροι» και «πραγματιστές», αναφορικά με τις επιπτώσεις του μνημονίου, βρέθηκαν πολιτικά έκθετοι και σε προφανή αδυναμία να εμπνεύσουν τον κόσμο. Το μείγμα της κυβερνητικής πολιτικής, και κάμποσης επικοινωνιακής προβολής δήθεν τεχνοκρατικών «λύσεων» και γενικών υποσχέσεων που διατύπωσαν, φάνηκε «εκτός τόπου και χρόνου» για τους περισσότερους από όσους πλήττονται από την κρίση.
Επιπλέον, είχαμε και το φαινόμενο πολλοί συνδυασμοί της «λαϊκής δεξιάς», βλέποντας το υπαρκτό κοινωνικό ρεύμα αμφισβήτησης των κυρίαρχων πολιτικών, να σπεύδουν να «τζογάρουν» πολιτικά, ως αντικυβερνητικοί και «ενάντια στην τρόικα». Οι καταγραφές που θα επιτύχουν, κυρίως το επόμενο διάστημα, θα κρίνει αυτή τη νέα λαϊκίστικη στρατηγική μερίδας της δεξιάς – συντηρητικής παράταξης.
Ένα δεύτερο σημαντικό ζήτημα που μπήκε στην προεκλογική συζήτηση και σχετίζεται άμεσα με την οικονομική κρίση αφορά τις ακραίες εκφάνσεις κοινωνικού αποκλεισμού που εκδηλώνονται πλέον ορατά στις πόλεις. Δυστυχώς στον προεκλογικό διάλογο, τα σχετικά ζητήματα τέθηκαν αρνητικά, με όρους «ασφάλειας», «εγκληματικότητας», «λαθρομετανάστευσης» κ.λπ. και λιγότερο από την ανθρωπιστική και δικαιωματική σκοπιά των αριστερών και δημοκρατικών αυτοδιοικητικών συνδυασμών και κινήσεων.
Αυτό ήταν αναμενόμενο σε μεγάλο βαθμό, καθώς όλα τα προηγούμενα χρόνια έχει καλλιεργηθεί συστηματικά η ξενοφοβία και ο ρατσισμός – και τοπικά σε ορισμένες αστικές περιοχές, και διαμέσου των ΜΜΕ ως γενικό κλίμα της κοινωνίας. Είναι λυπηρό βέβαια, ότι στην ίδια λογική που αντιμετωπίζει τους μετανάστες και τους πρόσφυγες ως «πρόβλημα» (προς «δραστική» αντιμετώπιση…) μπαίνει συχνά και μερίδα της κεντροαριστεράς: Πολλοί υποψήφιοι του ΠΑΣΟΚ στους μεγάλους ΟΤΑ δεν ενστερνίζονται τις θέσεις των κινήσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ αποφεύγουν να αναδεικνύουν τα φαινόμενα βίας ενάντια στους αδύναμους από το κράτος και τις ντόπιες μαφίες…
Αντʼ αυτού, ο κεντροαριστερός λόγος για την κρίση και τον ακραίο κοινωνικό αποκλεισμό στην πόλη συστηματικά προτάσσει θέματα όπως π.χ. τα δικαιώματα στην ασφάλεια και την επιχειρηματικότητα (των Ελλήνων εννοείται…) και «λύσεις» που περιορίζονται στον αισθητικό ευπρεπισμό και τον «εξευγενισμό» των «προβληματικών» περιοχών (αντί της ουσιαστικής αντιμετώπισης του κοινωνικού αποκλεισμού).
Η Αριστερά, από την άλλη, σωστά αναδεικνύει την δομική διάσταση των φαινομένων ρατσισμού και αποκλεισμού και την ανάγκη μακροχρόνιων και συντονισμένων πολιτικών και ριζικών ανατροπών. Εμφανίζονται επίσης περισσότερες πρωτοβουλίες αλληλεγγύης Ελλήνων-ξένων στις γειτονιές, αλλά και πολλές κοινωνικές οργανώσεις και ΜΚΟ που προσπαθούν να ανταποκριθούν στον επείγοντα χαρακτήρα της κρίσης και της φτώχειας. Ωστόσο, όλος αυτός ο κόσμος της δημοκρατικής και ριζοσπαστικής «κοινωνίας των πολιτών», δεν καταφέρνει στη συγκεκριμένη συγκυρία να διαδώσει την οπτική του στα ζητήματα της κρίσης και των αναγκαίων απαντήσεων.
Έτσι, ισχυροποιείται η πιθανότητα οι «χαμηλές προσδοκίες» από την πολιτική ρύθμιση και η φτώχεια που «φέρνει γκρίνια» να οδηγήσουν κάποια λαϊκά στρώματα στην αγκαλιά της ακροδεξιάς, η οποία απειλεί να κάνει την «έκπληξη» των εκλογών – ιδιαίτερα σε συγκεκριμένους δήμους και συνοικίες…
Άρθρο του Χάρη Κωνσταντάτου, πολιτικού επιστήμονα. Από την εφημερίδα "Η Αυγή", 6/11/2010
Από τη μεριά μας, οι υποψήφιοι/ες της αριστεράς, ιδιαίτερα στους μεγάλους δήμους και περιφέρειες, δεν έπαψαν να προβάλλουν αυτή τη διχοτομία ως κρίσιμη και για το μέλλον της αυτοδιοίκησης. Βέβαια, είχαν δυσανάλογα μικρή προβολή από τα μέσα ενημέρωσης και αντιμετώπισαν τη συστηματική προσπάθεια υποτίμησης των εκλογών και αποπολιτικοποίησης του περιεχομένου τους. Ωστόσο, τα κομβικά ερωτήματα για τις αρνητικές συνέπειες του μνημονίου και του «Καλλικράτη» τέθηκαν, και η αυτοδιοικητική συζήτηση δεν διεξήχθη με επιμέρους ή τεχνικούς (όπως συχνά γίνεται στις τοπικές εκλογές) όρους.
Με αυτή την έννοια, ορισμένοι συνδυασμοί ή παρατάξεις που συνδέονται με το ΠΑΣΟΚ, που δηλώνουν είτε «αντιμνημονιακοί», αλλά στην πορεία τοποθετούνται υπέρ των μέτρων εφαρμογής του, είτε «ουδέτεροι» και «πραγματιστές», αναφορικά με τις επιπτώσεις του μνημονίου, βρέθηκαν πολιτικά έκθετοι και σε προφανή αδυναμία να εμπνεύσουν τον κόσμο. Το μείγμα της κυβερνητικής πολιτικής, και κάμποσης επικοινωνιακής προβολής δήθεν τεχνοκρατικών «λύσεων» και γενικών υποσχέσεων που διατύπωσαν, φάνηκε «εκτός τόπου και χρόνου» για τους περισσότερους από όσους πλήττονται από την κρίση.
Επιπλέον, είχαμε και το φαινόμενο πολλοί συνδυασμοί της «λαϊκής δεξιάς», βλέποντας το υπαρκτό κοινωνικό ρεύμα αμφισβήτησης των κυρίαρχων πολιτικών, να σπεύδουν να «τζογάρουν» πολιτικά, ως αντικυβερνητικοί και «ενάντια στην τρόικα». Οι καταγραφές που θα επιτύχουν, κυρίως το επόμενο διάστημα, θα κρίνει αυτή τη νέα λαϊκίστικη στρατηγική μερίδας της δεξιάς – συντηρητικής παράταξης.
Ένα δεύτερο σημαντικό ζήτημα που μπήκε στην προεκλογική συζήτηση και σχετίζεται άμεσα με την οικονομική κρίση αφορά τις ακραίες εκφάνσεις κοινωνικού αποκλεισμού που εκδηλώνονται πλέον ορατά στις πόλεις. Δυστυχώς στον προεκλογικό διάλογο, τα σχετικά ζητήματα τέθηκαν αρνητικά, με όρους «ασφάλειας», «εγκληματικότητας», «λαθρομετανάστευσης» κ.λπ. και λιγότερο από την ανθρωπιστική και δικαιωματική σκοπιά των αριστερών και δημοκρατικών αυτοδιοικητικών συνδυασμών και κινήσεων.
Αυτό ήταν αναμενόμενο σε μεγάλο βαθμό, καθώς όλα τα προηγούμενα χρόνια έχει καλλιεργηθεί συστηματικά η ξενοφοβία και ο ρατσισμός – και τοπικά σε ορισμένες αστικές περιοχές, και διαμέσου των ΜΜΕ ως γενικό κλίμα της κοινωνίας. Είναι λυπηρό βέβαια, ότι στην ίδια λογική που αντιμετωπίζει τους μετανάστες και τους πρόσφυγες ως «πρόβλημα» (προς «δραστική» αντιμετώπιση…) μπαίνει συχνά και μερίδα της κεντροαριστεράς: Πολλοί υποψήφιοι του ΠΑΣΟΚ στους μεγάλους ΟΤΑ δεν ενστερνίζονται τις θέσεις των κινήσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ αποφεύγουν να αναδεικνύουν τα φαινόμενα βίας ενάντια στους αδύναμους από το κράτος και τις ντόπιες μαφίες…
Αντʼ αυτού, ο κεντροαριστερός λόγος για την κρίση και τον ακραίο κοινωνικό αποκλεισμό στην πόλη συστηματικά προτάσσει θέματα όπως π.χ. τα δικαιώματα στην ασφάλεια και την επιχειρηματικότητα (των Ελλήνων εννοείται…) και «λύσεις» που περιορίζονται στον αισθητικό ευπρεπισμό και τον «εξευγενισμό» των «προβληματικών» περιοχών (αντί της ουσιαστικής αντιμετώπισης του κοινωνικού αποκλεισμού).
Η Αριστερά, από την άλλη, σωστά αναδεικνύει την δομική διάσταση των φαινομένων ρατσισμού και αποκλεισμού και την ανάγκη μακροχρόνιων και συντονισμένων πολιτικών και ριζικών ανατροπών. Εμφανίζονται επίσης περισσότερες πρωτοβουλίες αλληλεγγύης Ελλήνων-ξένων στις γειτονιές, αλλά και πολλές κοινωνικές οργανώσεις και ΜΚΟ που προσπαθούν να ανταποκριθούν στον επείγοντα χαρακτήρα της κρίσης και της φτώχειας. Ωστόσο, όλος αυτός ο κόσμος της δημοκρατικής και ριζοσπαστικής «κοινωνίας των πολιτών», δεν καταφέρνει στη συγκεκριμένη συγκυρία να διαδώσει την οπτική του στα ζητήματα της κρίσης και των αναγκαίων απαντήσεων.
Έτσι, ισχυροποιείται η πιθανότητα οι «χαμηλές προσδοκίες» από την πολιτική ρύθμιση και η φτώχεια που «φέρνει γκρίνια» να οδηγήσουν κάποια λαϊκά στρώματα στην αγκαλιά της ακροδεξιάς, η οποία απειλεί να κάνει την «έκπληξη» των εκλογών – ιδιαίτερα σε συγκεκριμένους δήμους και συνοικίες…
Άρθρο του Χάρη Κωνσταντάτου, πολιτικού επιστήμονα. Από την εφημερίδα "Η Αυγή", 6/11/2010