Να νομοθετήσει άμεσα υπέρ των συλλογικών συμβάσεων, αποσαφηνίζοντας έτσι το θολό τοπίο που έχει δημιουργηθεί στην αγορά εργασίας, καλεί η ΓΣΕΕ την υπουργό Εργασίας κυρία Λούκα Κατσέλη , σε επιστολή της.
Συγκεκριμένα η Συνομοσπονδία υποστηρίζει πως με τη νομοθετική πρωτοβουλία θα πάψει να υφίσταται η πλήρης εργασιακή ανασφάλεια που βιώνουν οι εργαζόμενοι, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα κινείται προς την κατεύθυνση σεβασμού του Συντάγματος, των Διεθνών Συμβάσεων Εργασίας και του ευρωπαϊκού νομικού και κοινωνικού κεκτημένου.
Στην επιστολή αναφέρεται ότι ακρογωνιαίος λίθος του νομικού οικοδομήματος των συλλογικών συμβάσεων στη χώρα μας, σε απόλυτη εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο, είναι οι διατάξεις που ορίζουν ότι:
1. Οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΕΓΣΣΕ) καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζομένους όλης της χώρας.
2. Αν η σχέση εργασίας ρυθμίζεται από περισσότερες ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εφαρμόζεται η πιο ευνοϊκή για τους εργαζομένους.
3. Παρέχεται η δυνατότητα στον υπουργό Εργασίας να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ), η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος.
Η ΓΣΕΕ υπενθυμίζει στην κυρία Κατσέλη ότι με δηλώσεις της είχε ταχθεί υπέρ της δυνατότητας κήρυξης μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας ως γενικώς υποχρεωτικής καθώς η αντίθετη πρόβλεψη του μνημονίου αφενός θα προκαλέσει αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων, αφετέρου αντιβαίνει στη συνταγματική αρχή για δικαίωμα ίσης αμοιβής για όμοια εργασία.
Όσον αφορά τη γενική πρόβλεψη του επικαιροποιημένου μνημονίου ότι η κυβέρνηση πρέπει να διασφαλίσει πως οι συμβάσεις σε επίπεδο επιχείρησης υπερισχύουν των κλαδικών συμβάσεων, η ΓΣΕΕ επαναλαμβάνει τη θέση της ότι νομοτελειακά αυτό θα οδηγήσει σε εργασιακή ζούγκλα, σε διάλυση των εγγυήσεων που παρέχουν οι συλλογικές συμβάσεις και σε ανάδειξη των ατομικών συμβάσεων εργασίας ως ρυθμιστή των όρων εργασίας.
Όσο για την παρ. 7 του άρθρου 2 του Ν. 3845/10 με την οποία τα διάφορα είδη συμβάσεων μπορούν «να αποκλίνουν μεταξύ τους», καταλείποντας σε υπουργική απόφαση την εξειδίκευση, η ΓΣΕΕ υποστηρίζει πως είναι αλυσιτελής και νομικά μετέωρη διάταξη.
Μάλιστα διασαφηνίζει ότι όπως είναι διατυπωμένη δεν μπορεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα, δεδομένου ότι παραμένουν σε ισχύ άλλες θεμελιώδεις διατάξεις του Ν. 1876/90 περί συρροής συμβάσεων με κριτήριο υπερίσχυσης την ευνοϊκότερη ρύθμιση όπως και της υπερίσχυσης της ΕΓΣΣΕ έναντι όλων. Παρ΄ όλα αυτά, τονίζει στην επιστολή, ήδη κάποιοι επιτήδειοι εκμεταλλευόμενοι τη γενικευμένη σύγχυση έσπευσαν να επωφεληθούν με ιδιοτελείς σκοπούς, επικαλούμενοι προσχηματικά δικαίωμα από μια μη νομικά εφαρμόσιμη διάταξη.
Συγκεκριμένα η Συνομοσπονδία υποστηρίζει πως με τη νομοθετική πρωτοβουλία θα πάψει να υφίσταται η πλήρης εργασιακή ανασφάλεια που βιώνουν οι εργαζόμενοι, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα κινείται προς την κατεύθυνση σεβασμού του Συντάγματος, των Διεθνών Συμβάσεων Εργασίας και του ευρωπαϊκού νομικού και κοινωνικού κεκτημένου.
Στην επιστολή αναφέρεται ότι ακρογωνιαίος λίθος του νομικού οικοδομήματος των συλλογικών συμβάσεων στη χώρα μας, σε απόλυτη εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο, είναι οι διατάξεις που ορίζουν ότι:
1. Οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΕΓΣΣΕ) καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζομένους όλης της χώρας.
2. Αν η σχέση εργασίας ρυθμίζεται από περισσότερες ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εφαρμόζεται η πιο ευνοϊκή για τους εργαζομένους.
3. Παρέχεται η δυνατότητα στον υπουργό Εργασίας να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ), η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος.
Η ΓΣΕΕ υπενθυμίζει στην κυρία Κατσέλη ότι με δηλώσεις της είχε ταχθεί υπέρ της δυνατότητας κήρυξης μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας ως γενικώς υποχρεωτικής καθώς η αντίθετη πρόβλεψη του μνημονίου αφενός θα προκαλέσει αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων, αφετέρου αντιβαίνει στη συνταγματική αρχή για δικαίωμα ίσης αμοιβής για όμοια εργασία.
Όσον αφορά τη γενική πρόβλεψη του επικαιροποιημένου μνημονίου ότι η κυβέρνηση πρέπει να διασφαλίσει πως οι συμβάσεις σε επίπεδο επιχείρησης υπερισχύουν των κλαδικών συμβάσεων, η ΓΣΕΕ επαναλαμβάνει τη θέση της ότι νομοτελειακά αυτό θα οδηγήσει σε εργασιακή ζούγκλα, σε διάλυση των εγγυήσεων που παρέχουν οι συλλογικές συμβάσεις και σε ανάδειξη των ατομικών συμβάσεων εργασίας ως ρυθμιστή των όρων εργασίας.
Όσο για την παρ. 7 του άρθρου 2 του Ν. 3845/10 με την οποία τα διάφορα είδη συμβάσεων μπορούν «να αποκλίνουν μεταξύ τους», καταλείποντας σε υπουργική απόφαση την εξειδίκευση, η ΓΣΕΕ υποστηρίζει πως είναι αλυσιτελής και νομικά μετέωρη διάταξη.
Μάλιστα διασαφηνίζει ότι όπως είναι διατυπωμένη δεν μπορεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα, δεδομένου ότι παραμένουν σε ισχύ άλλες θεμελιώδεις διατάξεις του Ν. 1876/90 περί συρροής συμβάσεων με κριτήριο υπερίσχυσης την ευνοϊκότερη ρύθμιση όπως και της υπερίσχυσης της ΕΓΣΣΕ έναντι όλων. Παρ΄ όλα αυτά, τονίζει στην επιστολή, ήδη κάποιοι επιτήδειοι εκμεταλλευόμενοι τη γενικευμένη σύγχυση έσπευσαν να επωφεληθούν με ιδιοτελείς σκοπούς, επικαλούμενοι προσχηματικά δικαίωμα από μια μη νομικά εφαρμόσιμη διάταξη.
πηγή : Εφημερίδα "Το Βήμα", 5/11/2010